8 Μαΐ 2013

Η γλώσσα ως δείκτης της δημοκρατίας


Ματούλα Παπαδοπούλου

Όταν κανείς επιχειρεί να μιλήσει για τη δημοκρατία γνωρίζει εκ των προτέρων ότι αυτό είναι αδύνατο, γιατί η ίδια η λέξη από μόνη της φέρει τόσο μεγάλο σημασιολογικό φορτίο αλλά και τόσες διαφορετικές μεγάλες ή μικρές ερμηνείες που της έχουν αποδοθεί κατά καιρούς, ώστε θεωρεί περιττό  να προχωρήσει σε μια τυπική επιπρόσθετη ανάλυσή της.


Άλλωστε κάτι τέτοιο θα ήταν ανούσιο. Αρκεί να κοιτάξει λιγάκι γύρω του για να διαπιστώσει  ‘’ιδίοις όμμασι΄΄ το βαθμό της δημοκρατίας που βιώνει .Αλάνθαστο μέσο εξακρίβωσης της ύπαρξης ,του βαθμού και της ποιότητας του πολιτεύματος η γλώσσα. Όταν οι λέξεις αποδίδουν καθαρά και πρόδηλα το πραγματικό νόημά της και δεν φορτίζονται με το αντίθετο  σημασιολογικό φορτίο τους, τότε αυτό είναι απόδειξη δημοκρατίας.

Για παράδειγμα σήμερα όταν αναφερόμαστε στην απονομή δικαιοσύνης και στην επικράτηση των αρχών της, εννοούμαι το ευλογοφανές` επικράτηση της αδικίας που φορά το προσωπείο της θέμιδος και ιεροτελεστικά  αποδίδει «δικαιοσύνη» στους παρανομήσαντας και αδίκους.

Η πάταξη της διαφθοράς ισοδυναμεί με το «κυριαρχία της ιδιοτέλειας, του χρηματισμού δημόσιων λειτουργών»` όχι άλλα μέτρα και περικοπές αυτομάτως ισοδυναμεί με τη λήψη επιπρόσθετων, πιο επίπονων και εξαντλητικών για τον λαό` θα αποκαλυφθούν οι εμπλεκόμενοι σε σκάνδαλα και θα λάμψει η αλήθεια σημαίνει απλά λαϊκισμό για να ικανοποιείται ο λαός κ.ο.κ.

Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο .Αρκεί μία σύντομη ματιά στην Ιστορία για να διαπιστώσει  κανείς την καπηλεία των λέξεων και το ξέφτισμά τους σε περιόδους ταραγμένες. Ο Θουκυδίδης  στην «Ιστορία» του αναφέρει πως τα χρόνια του Πελ/κου πολέμου συνέβη ακριβώς το ίδιο, καθώς ο πόλεμος διέφθειρε  συνειδήσεις, κούρασε τους εμπλεκόμενους που θεωρούσαν τον προδότη φίλο και σύμμαχο και ως ύποπτο όποιον επιζητούσε την ομόνοια.

Αντί, λοιπόν, να αναλωνόμαστε και να εξαντλούμαστε σε συζητήσεις επί συζητήσεων  για την δημοκρατία, αρκεί μία πιο ενδελεχής έρευνα στην γλωσσική επικοινωνία.

Η πειθώ  και η ικανότητα του λόγου απεδείχθησαν τα μεγαλύτερα «όπλα» που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι πιο φιλόδοξοι για ανέλθουν στην εξουσία να ποδηγετήσουν το λαό, να εξαπατήσου ν και κυρίως να χειραγωγήσουν με σκοπό να ικανοποιήσουν την αρχομανία τους. Η γλώσσα τότε παύει τότε να είναι μέσο ανταλλαγής απόψεων, προώθησης και σύσφιξης  σχέσεων. Υπηρετεί τους επίδοξους,  τους τυχάρπαστους που ανέρχονται στην εξουσία παρασύροντας τον λαό  με τις μεγαλοστομίες  τους.

Ο διάλογος, βέβαια, αποτελεί το κορυφαίο μέσο προώθησης  της πολυφωνίας και είναι επιτρεπτός μόνο σε δημοκρατικά πολιτεύματα σε αντίθεση με τον εξαντλητικό, διατακτικό μονόλογο των ολοκληρωτικών καθεστώτων.  Στον εποικοδομητικό διάλογο προϋποτίθεται ο σεβασμός της γνώμης όλων των συμμετεχόντων  και δικαίωμα  της ισηγορίας. Σήμερα εύκολα τα διαπιστώνει τα παραπάνω κανείς στους «στημμένους» διαλόγους των τηλεοπτικών παραθύρων αλλά και στον διάλογο μεταξύ των μελών της Ε.Ε. για την διευθέτηση εκκρεμοτήτων και διαφορών όπου η γνώμη αδυνάτων χωρών, όπως της Ελλάδας, εισακούγονται αλλά κυρίως έχουν την ίδια δύναμη με αυτήν των ισχυρών.

Αντί, λοιπόν, να γκρινιάζουμε  σήμερα για κρίση της δημοκρατικής ιδέας και αν δείχνουμε  ανήσυχοι με την απειλητική  άνοδο ακραίων ιδεολογικά κινημάτων, μήπως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η δημοκρατία δεν απειλείται απλώς αλλά ήδη βιώνει την μεγαλύτερη διάβρωση που έχει υποστεί στα μετά την μεταπολίτευση χρόνια. Η χώρα μετέρχεται κρίση πολιτική, ηθική, οικονομική και πολιτειακή. Η κρίση οδηγεί στην αποσύνθεση όλων των αξιών, όμως πριν αυτή «χτυπήσει», δίνει τα στίγματά  της.

Η γλωσσική φθορά μας προειδοποίησε πολύ καιρό πριν, όταν οι πολιτικοί την χρησιμοποιούσαν ως «όχημα» για την επίτευξη των ιδιοτελών σκοπών τους. Όταν εμείς οι ίδιοι φανήκαμε ανίκανοι να αντισταθούμε στην παρελκυστική δύναμή της και δεν υψώσαμε την ορθή κρίση μας για να σταματήσουμε το δρόμο του ολισθήματος` όταν δεν αφουγκραστήκαμε τα σημάδια της παρακμής ασχολούμενοι και απορροφημένοι  από την καταναλωτική μανία και τον υλικό ευδαιμονισμό μιας εφήμερης και ανούσιας ζωής.

Η γλώσσα δεν ψεύδεται ποτέ. Κι  αν κάποτε ο Τερζάκης στον «Προσανατολισμό στον αιώνα» έγραψε ότι η δημοκρατία είναι αναβαθμός  πολιτισμού, εμείς μπορούμε να προσθέσουμε ότι η  γλώσσα είναι δείκτης του βαθμού της δημοκρατίας, γιατί η λέξη από μόνη της δεν αρκεί για να επιβεβαιωθεί η ύπαρξή της.